ζαχαρωτός

ζαχαρωτός
η , ό[ν] приготовленный на сахаре, приготовленный с сахаром

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ζαχαρωτός" в других словарях:

  • ζαχαρωτός — ή, ό 1. κατασκευασμένος από ζάχαρη, ζαχαρένιος 2. το ουδ. ως ουσ. το ζαχαρωτό γλύκισμα από ζάχαρη, ζαχαράτο 3. το θηλ. ως ουσ. η ζαχαρωτή η ευρωτίαση, αρρώστια τού μεταξοσκώληκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζαχαρώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο… …   Dictionary of Greek

  • ζαχαρωτός — ή, ό φτιαγμένος από ζάχαρη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζαχαράτος — η, ο (Μ ζαχαρᾱτος, η, ο και σαχαρᾱτος, η, ο) 1. αυτός που περιέχει ζάχαρη, κατασκευασμένος ή πασπαλισμένος με ζάχαρη, γλυκός, ζαχαρωτός 2. το ουδ. ως ουσ. το ζαχαράτο μικρό γλύκισμα από ζάχαρη, ζαχαρωτό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζάχαρη + κατάλ. άτος (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • σακχαρωτός — ή, ό, Ν 1. ζαχαρωτός 2. το ουδ. ως ουσ. το σακχαρωτό α) το ζαχαρωτό β) (φαρμ.) φάρμακο, χορηγούμενο από το στόμα, το οποίο περιέχει σάκχαρο σε μεγάλη αναλογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάκχαρο + κατάλ. ωτός (πρβλ. ζαχαρ ωτός, οδοντ ωτός). Η λ., στον πληθ.… …   Dictionary of Greek

  • ζαχαράτος — η, ο 1. που περιέχει ζάχαρη, ο κατασκευασμένος με ζάχαρη, ζαχαρωτός. 2. γλυκός. 3. το ουδ. ως ουσ., ζαχαράτο (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»